Βρέθηκα σε μια εκκλησιά που δεν ξέρω ποιος θεός λατρευόταν. Καλά καλά δεν ξέρω πώς βρέθηκα. Ούτε τους τοίχους της – κι ωστόσο πελώριος, πανύψηλους, στον ουρανό – καλοδιάκρινα. Δεν είμαι βέβαιος καν αν είχε τοίχους ορατούς. Μα υπήρξα μάρτυρας της λειτουργίας. Όλη τελέστηκε μπρος μου, σ’ όλη της τη δόξα και την υπέργεια έξαρση. Ο θεός της πέθαινε. Στο πέρας της λειτουργίας θεός πια δεν θα υπήρχε. Και τελούσαν αυτό οι ιεροί λειτουργοί της. Μια μακραίωνη ιστορία πίσω υπήρχε – πίσω ο θεός υπήρχε, εφεξής δεν θα υπήρχε πια.
Την αλήθεια την είχε ο ίδιος προστάξει, ο ίδιος είχε βεβαιώσει το θάνατό του. Ο ίδιος είχε δείξει τον ήλιο της ανατολής της πρώτης μέρας στον κόσμο δίχως θεό. Παρά ταύτα ήταν μια λειτουργία. Παρά ταύτα το τυπικό της έπειθε. Ρίγη πίστεως συγκλόνιζαν τους ευσεβείς της. Μόνο που ο θεός πέθαινε, ξεψύχαγε μπρος τους με βεβαιότητα, παράδινε την πνοή στους ανέμους, στο χώρο τον δίχως θεό πια, στον άδειο χώρο. Κι ωστόσο, στον άδειο χώρο η λειτουργία υψώνονταν. Κι η λειτουργία αρκούσε, γίνονταν αυθύπαρκτη, αυτοδύναμη.

